εμμηνορρυσία

Φυσιολογική περιοδική λειτουργία της γυναίκας, που παρατηρείται κατά την περίοδο της γεννητικής της δραστηριότητας, από την ήβη έως την εμμηνόπαυση, όταν δεν υπάρχει κύηση. Το κύριο εξωτερικό σύμπτωμα είναι η ροή άπηκτου αίματος μαζί με στοιχεία ενδομητρίου από τον κόλπο. Η ε. παρουσιάζεται για πρώτη φορά κατά την εφηβεία, από το 11o έως και το 16o έτος της ηλικίας της γυναίκας στις εύκρατες ζώνες, και στο 9o ή 10o έτος της ηλικίας στις γυναίκες των τροπικών χωρών. Η πρώιμη έναρξη ή η καθυστέρησή της επηρεάζονται επίσης και από κληρονομικούς παράγοντες. Η διάρκειά της συνήθως κυμαίνεται από 3 έως 6 ημέρες, ενώ το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο ε., δηλαδή ο εμμηνορρυσιακός κύκλος, ανέρχεται κανονικά σε 28 ημέρες, με σημαντικές, όμως, μεταβολές κατ’ άτομο. Πολύ λίγες γυναίκες έχουν απόλυτα κανονικό εμμηνορρυσιακό κύκλο, ο οποίος τελικά μπορεί να κυμαίνεται από 21 έως 42 ημέρες. Η ποσότητα αίματος που αποβάλλεται από τον κόλπο κατά τη διάρκεια της ε. δεν πρέπει, φυσιολογικά, να ξεπερνά περίπου τα 150 γρ. Οι πρωταρχικές διεργασίες που καθορίζουν την εμφάνιση της ε. πραγματοποιούνται, σε πρώτο στάδιο, στον υποθάλαμο, στο κεντρικό τμήμα του διάμεσου εγκεφάλου. Εκεί παράγονται οι εκλυτικές ορμόνες, οι οποίες μεταφέρονται στην υπόφυση, όπου συντελούν στη δημιουργία των γοναδοτρόπων ορμονών (γοναδοτροπίνες). Οι τελευταίες μεταφέρονται από το αίμα σε ολόκληρο τον γυναικείο οργανισμό, αλλά είναι η παρουσία τους στη μήτρα και στις ωοθήκες που έχει ως αποτέλεσμα τη διαδικασία που οδηγεί στην ε. Οι γοναδοτροπίνες συντελούν αποφασιστικά στην ωρίμανση του ωοθυλακίου, το οποίο ρήγνυται, με αποτέλεσμα το ωάριο που περιεχόταν μέσα σε αυτό να κατέρχεται αρχικά στη σάλπιγγα και κατόπιν στη μήτρα. Το φαινόμενο της ρήξης του ωοθυλακίου και της απελευθέρωσης του ωαρίου ονομάζεται ωορρηξία και συμβαίνει κατά τη 14η ημέρα του εμμηνορρυσιακού κύκλου (με βάση τον κανονικό κύκλο των 28 ημερών). Στο μεταξύ, το ώριμο ωοθυλάκιο έχει εκκρίνει οιστρογόνες ορμόνες, οι οποίες ευνοούν την αναγέννηση του βλεννογόνου της μήτρας, που αποκτά μεγαλύτερο πάχος, και των αδένων που βρίσκονται στο εσωτερικό της. Παράλληλα, διανοίγεται ο τραχηλικός πόρος, ώστε να διευκολυνθεί η διείσδυση των σπερματοζωαρίων. Μετά τη ρήξη του, το ωοθυλάκιο, υπό την επίδραση ορμονών που παράγονται από την υπόφυση, μεταβάλλεται σε ωχρό σωμάτιο. Το σωμάτιο αυτό εκκρίνει προγεστερόνη, που προοδευτικά δημιουργεί συνθήκες κατάλληλες για την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου και την ανάπτυξη του εμβρύου. Σε περίπτωση γονιμοποίησης, το ωχρό σωμάτιο εξακολουθεί να παράγει προγεστερόνη. Στην αντίθετη περίπτωση, όμως, εκφυλίζεται και το στρώμα που έχει δημιουργηθεί στο ενδομήτριο αποσπάται μαζί με το ωάριο και αποβάλλεται με τη μορφή της ε., η πρώτη μέρα της οποίας αντιστοιχεί στην πρώτη μέρα του νέου εμμηνορρυσιακού κύκλου. Σε περίπτωση που η γυναίκα μείνει έγκυος, η ε. αναστέλλεται μέχρι τον τοκετό και, συχνά, για όλη ή μέρος της διάρκειας της γαλουχίας. Η αποβολή μικρής ποσότητας αίματος στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης μπορεί να είναι φυσιολογική, μπορεί όμως και να οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Κατά τη διάρκεια της ε. παρατηρείται, κατά κανόνα, μικρή αύξηση των σφυγμών και της αρτηριακής πίεσης, μεταβολές στην κυκλοφορία του αίματος και στον μεταβολισμό, πυελική και σπλαχνική υπεραιμία, κακοδιαθεσία και αυξημένη ερεθιστικότητα. Η ένταση των συμπτωμάτων αυτών, ωστόσο, είναι διαφορετική στα διάφορα άτομα και πολλές γυναίκες μπορούν να συνεχίζουν κανονικά τις δραστηριότητές τους χωρίς ενοχλήσεις. Κατά την ε. συμβουλεύεται η αποφυγή θαλάσσιων και άλλων λουτρών, καθώς και της συνουσίας, ενώ συνιστάται καθαριότητα των γεννητικών οργάνων και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ηρεμία, δεδομένου ότι οι διαταραχές του εμμηνορρυσιακού κύκλου μπορούν να προέλθουν τόσο από φυσιολογικά (ασθένεια, κακή διατροφή) όσο και ψυχικά αίτια. Οι κύριες διαταραχές του εμμηνορρυσιακού κύκλου είναι η αμηνόρροια, που συνίσταται στη διακοπή της ε., η ολιγομηνόρροια ή υπομηνόρροια, κατά την οποία η ε. διαρκεί πολύ λίγο και χαρακτηρίζεται από την ελάχιστη ποσότητα αίματος που αποβάλλεται από τον κόλπο, η δυσμηνόρροια ή επώδυνη εμμηνορρυσία και η εμμηνορραγία.
* * *
η
η περιοδική ρύση αίματος από τον κόλπο τής μήτρας τής γυναίκας κατά τη διάρκεια τής γεννητικής περιόδου τής ζωής της.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εμμηνορρυσία — η η εμμηνόρροια (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έμμηνος — η, ο (AM ἔμμηνος, ον) 1. αυτός που γίνεται κάθε μήνα ή μέσα στη χρονική περίοδο τού μηνός 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα έμμηνα α) η εμμηνορρυσία β) οι ουσίες που αποβάλλονται κατά την εμμηνορρυσία αρχ. 1. φρ. α) «ἔμμηνοι δίκαι» δίκες για τις… …   Dictionary of Greek

  • καταμήνιος — α, ο (Α καταμήνιος, ον) (ιδίως για μισθό και για την εμμηνορρυσία) αυτός που γίνεται κατά μήνα («καταμήνιος κύκλος») 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα καταμήνια τα έμμηνα, ο καταμήνιος κύκλος, η εμμηνορρυσία αρχ. 1. αυτός που πληρώνεται με μηνιαίο… …   Dictionary of Greek

  • καταμηνιώδης — καταμηνιώδης, ες (Α) [καταμήνιος] 1. αυτός που υπόκειται στα καταμήνια, που παρουσιάζει εμμηνορρυσία 2. αυτός που ανήκει στην εμμηνορρυσία («καταμηνιώδη περιττώματα») …   Dictionary of Greek

  • άφεδρος — ἄφεδρος, η (Α) η περίοδος της γυναίκας, η εμμηνορρυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αφ (πρβλ. απο) + εδρος < έδρα (πρβλ. ένεδρος, έφεδρος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • έθιμο — Κάθε ομαδική αντίληψη ή πίστη που εκδηλώνεται έμπρακτα και επανειλημμένα, ώστε να αποτελεί παράδοση (για παράδειγμα, η νύφη πρέπει να φορά πέπλο στον γάμο). Ένα άλλο γνώρισμα του ε. είναι πως αυτό συνιστά μια αυθόρμητη εκδήλωση, με την έννοια πως …   Dictionary of Greek

  • αιματορροούσα — αἱματορροοῡσα και αἱματορροῡσα, η (Μ) [αἱματόρροος] γυναίκα που παρουσιάζει άφθονο αίμα κατά την εμμηνορρυσία …   Dictionary of Greek

  • ακάθαρτος — η, ο (Α ἀκάθαρτος, ον) 1. αυτός που δεν είναι καθαρός, ο βρόμικος, ο λερωμένος 2. (για τον αέρα) ο μολυσμένος 3. ακάθαρτος στην ψυχή, διεφθαρμένος 4. αυτός που δεν έχει καθαρθεί, δεν έχει εξαγνιστεί 5. (για υγρά ή στερεά) εκείνος που περιέχει… …   Dictionary of Greek

  • εμμηνορροϊκός — ή, ό ο σχετικός με την εμμηνορρυσία («εμμηνοροϊκό αίμα») …   Dictionary of Greek

  • εμμηνόρροια — η η εμμηνορρυσία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.